Ιστορία:
Η Νατάσα γεννήθηκε στην Αθήνα. Μας λέει ότι ο πατέρας της είναι από τη Σαντορίνη και η μητέρα της είναι από την Κω.
Ο παππούς μου ήταν ήδη παντρεμένος με τη γιαγιά μου και είχαν ήδη τα παιδιά πριν πάνε στο Κονγκό. Πήγε πρώτα ο ίδιος και μετά πήγε η οικογένεια. Για την ακρίβεια πρώτα είχε πάει ένας ξάδερφος του παππού μου, του οποίου του είχαν δώσει οι γονείς του λεφτά να πάει στη Ρόδο να βγάλει άδεια ταξί και αυτός στο πλοίο γνώρισε έναν τύπο που του είπε ποιο ταξί έλα να πάμε στο Κονγκό έχω γνωστούς να σου βρουν κατευθείαν δουλειά. Έτσι, αντί να τους γράψει από την Ρόδο, τους έγραψε από το Λουμπουμπάσι του Κονγκό. Ξέρεις τώρα πώς είναι αυτά – πήγε ο ένας, μετά πήγε ο άλλος, μετά πήγε και ο παππούς μου. Και όλοι τους έχουν πολλές διαφορετικές εμπειρίες. Για παράδειγμα έχω θεία που μεχρι και λίγο πριν πεθάνει έλεγε γιατί φύγαμε και γυρίσαμε στην Ελλάδα από το Κονγκό, και εκεί ήμασταν άνθρωποι κλπ. Βέβαια αυτή έζησε την «ευρωπαϊκή εμπειρία» ας το πούμε.
Της γιαγιάς μου τα αδέρφια από την άλλη μετανάστευσαν στην Αυστραλία.
Η μαμά μου ήταν από την Κω και μετανάστευσε από τα 6 μέχρι τα 12 στο Κονγκό στο τότε βελγικό Κονγκό. Η μαμά μου πήγε σε γαλλικό σχολείο εκεί, στις καλόγριες, μιλάει γαλλικά. Είχε πάει πρώτα ο πατέρας της και μετά πήρε όλη τη οικογένεια μαζι. Είχαν πάει και τα αδέρφια του πατέρα της, οι οποίοι έκατσαν εκεί περισσότερα χρόνια και μετά δηλαδή τις εξεγέρσεις εκεί. Ενώ ο η μαμά μου γύρισε στη Κω.
Εξηγεί ότι η μητέρα της επέστρεψε στην Κω λόγω των εξεγέρσεων στο Κονγκό. Ο αδερφός του παππού της έμεινε για πολύ περισσότερο καιρό στο Κονγκό και, όπως μας λέει, ήταν σαν τους χαρακτήρες που βλέπουμε στις ταινίες να στέλνουν χρήματα από το εξωτερικό χωρίς να έχουν δει ποτέ τα παιδιά και τα εγγόνια του. Αφηγείται ότι, όταν επέστρεψε, του μιλούσαν στον πληθυντικό.
Πέθανε από το μαράζι και τη στεναχώρια, γιατί δεν είχε καμία σχέση με τον τόπο. Αλλά έμεινε, γιατί τα λεφτά ήταν πάρα πολύ καλά.
Ο μπαμπάς μου μόλις είδε τα δύσκολα είπε “η οικογένεια πάνω απ’όλα” τους πήρε και γύρισε πίσω. Γύρισαν το ’63 περίπου. Μετά η μαμά μου έμεινε στην Κω και πολύ αργότερα γνώρισε τον μπαμπά μου στη Κω, ο οποίος ήταν από την Σαντορίνη αλλά σπούδαζε με τον αδερφό της μαμάς μου στην Σιβιτανίδειο σχολή. Ο μπαμπάς μου ήταν γεννημένος στο Μοσχάτο με καταγωγή από την Σαντορίνη. Ήταν 10 παιδιά, ο μπαμπάς μου ο μικρότερος και ο μόνος που γεννήθηκε στην Αθήνα και αυτή η ιστορία είναι μια μικρή ιστορία “εσωτερικής μετανάστευσης”.
Αφηγείται ότι κι η ίδια βρέθηκε 10 χρόνια στο εξωτερικό, στη Σκωτία, για σπουδές.
Αλλά μπροστά σε αυτό που πέρασαν οι προηγούμενες γενιές αυτό ήταν παιδική χαρά. Μου έλειπε ο ήλιος, ε, και τι έγινε.
Η Νατάσα εξηγεί ότι το λιοντάρι το αγόρασε ο παππούς της, περίπου το 1952 – 1953, όταν η γιαγιά της ήταν μικρή ακόμα, από ντόπιους που έφτιαχναν διάφορα τέτοιου είδους αντικείμενα και τα πουλούσαν. Μας λέει ότι αντί για κουκλάκια μεγάλωσε με ελεφαντάκια και λιονταράκια σαν αυτό, που ήταν τοποθετημένα σε διάφορα σημεία του σπιτιού. Θυμάται το συγκεκριμένο να είναι τοποθετημένο πάντα στην τηλεόραση. Εξηγεί ότι τότε θεωρούσε δεδομένο ότι όλα τα σπίτια στην Ελλάδα έχουν τέτοια ζωάκια, μέχρι που κατάλαβε ότι δεν είναι έτσι. Το αντικείμενο, όπως μας λέει, συμβολίζει την αποικιοκρατία των Ευρωπαίων στην Αφρική.
Η Νατάσα κλείνει την ιστορία της λέγοντας πως μεγάλωσε βλέποντας αυτό το αντικείμενο πάνω στην τηλεόραση και σε κάθε στάδιο της ζωής της προς την ενηλικίωση το έβλεπε διαφορετικά.
Όταν συνειδητοποιείς ότι αυτό είναι κάτι που δεν είναι συνηθισμένο και δεν το έχουν όλες οι οικογένειες σπίτι τους, και στη συνέχεια μεγαλώνεις κι άλλο και γνωρίζεις καλύτερα την ιστορία λες, ώπα, τι γίνεται, είμαι μέρος όλου αυτού;


