Ιστορία:
Πήγα στην Κύπρο τον Ιανουάριο του 2020 σε ερευνητικό ταξίδι για ένα φεστιβάλ που τελικά δεν συνέβη ποτέ, επειδή ο κόσμος “έκλεισε” σύντομα μετά από αυτό. Όσο ήμουν εκεί, μετακινούμουν στη πόλη και ζωγράφιζα όσο προχωρούσα.
Ο τρόπος μου να ζωγραφίζω την πόλη είναι απλός: περιπλανιέμαι χωρίς προκαθορισμένη διαδρομή και όταν κάτι μου τραβήξει την προσοχή σταματάω και σχεδιάζω για λίγο. Στη Λευκωσία κατέληξα να ζωγραφίζω πολλές σημαίες, γκράφιτι, φράχτες και τοίχους. Σχεδίασα τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της πόλης, ειδικά γύρω από τους διαχωρισμούς της. Αυτή ήταν η πρώτη μέρα που πήγα στην Ελληνική πλευρά. Έμεινα εκεί για λίγα βράδια πριν επιστρέψω στην Τουρκική πλευρά.
Όσο ήμουν σε μία γωνία και ζωγράφιζα, ένας άντρας με προσέγγισε και άρχισε να μου μιλάει. Συζητήσαμε λίγο και μετά με προσκάλεσε στο μπαρ του για ένα ποτό. Μάλλον δεν έπρεπε να είχα δεχτεί ποτό από έναν άγνωστο στο δρόμο, αλλά επέστρεψε με ένα ποτήρι κρασί, μου είπε να κάτσω, και ήπιαμε άλλο ένα ποτό.
Μετά από κάποια ώρα, είπε ότι αν μου αρέσει η ζωγραφική, υπάρχουν κάποιοι πίνακες από τη δεκαετία του 1920 σε ένα γκαράζ κοντά μας και ότι μπορούσε να μου τους δείξει. Συμφώνησα. Σε αυτό το σημείο, η όλη κατάσταση άρχισε να φαίνεται ότι θα μπορούσε να λήξει άσχημα, αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Άνοιξε το γκαράζ και μέσα είδα πανέμορφα ζωγραφισμένα πορτραίτα γυναικών στον τοίχο, από το 1920. Γυρίσαμε πίσω στο μπαρ και συνεχίσαμε την κουβέντα.
Το μπαρ ήταν ακριβώς δίπλα στην Πράσινη Γραμμή, όπου αστυνομικές περιπολίες περνούσαν διαρκώς. Καθώς παρακολουθούσαμε μία από αυτές να περνάει, με ρώτησε αν θέλω να δω κάτι ακόμα. Σε αυτό το σημείο εμπιστευόμουν την κατάσταση και είπα ναι.
Με πήγε σε ένα άλλο γκαράζ με μια μεταλλική πόρτα. Μπήκαμε μέσα, και αμέσως έκλεισε την πόρτα πίσω μας. Χρησιμοποιούσαμε τα κινητά μας σαν φακούς και μου έδειξε μία γωνία όπου ένα κομμάτι του τοίχου είχε αφαιρεθεί. Φαινόταν να είναι κομμάτι παλιάς διαδρομής λαθρεμπορίου, που λογικά θα οδηγούσε στο Τουρκικό κομμάτι, μέσω της Πράσινης Γραμμής. Κανείς δεν μου το είπε αυτό, αλλά ήταν το λογικό συμπέρασμα. Δεν μπήκαμε πολύ μέσα, αλλά ήθελα να μπω στον χώρο. Μπήκα για λίγο και πήρα ένα μικρό κομμάτι – ένα κομμάτι σωλήνα – γιατί ήθελα κάτι να μου θυμίζει αυτό το μέρος. Αυτό έγινε το 2020. Το έφερα πίσω στο στούντιό μου και το πρόσθεσα στη συλλογή μου με τυχαία αντικείμενα. Έχω έναν κανόνα ότι όταν ξεχνάω από που είναι ένα αντικείμενο, το πετάω. Αυτό είναι ένα αντικείμενο που δεν έχω ξεχάσει.
Ο σωλήνας έρχεται από την Πράσινη Γραμμή, μία ζώνη υπό τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Θεωρητικά, το ότι μπήκα σε αυτό τον χώρο ήταν ένα από τα πιο παράνομα πράγματα που έχω κάνει, από γραφειοκρατική άποψη. Υπήρχε ένας ενθουσιασμός σε αυτό, όχι επειδή ήταν επικίνδυνο, αλλά επειδή έσπαγε έναν κανόνα που φάνταζε αφαιρετικός. Μία καθημερινή επαναστατική πράξη: να διασχίζεις σύνορα, να παραβιάζεις κανόνες που φαντάζουν αυθαίρετοι, να πραγματοποιείς κάτι που θα χαρακτηριζόταν ως έγκλημα χωρίς θύματα.
Αυτό το αίσθημα εσκεμμένης παραβίασης κανόνων εμφανίζεται και στα κολάζ μου. Κάποια από τα κολάζ είναι συλλογές από διαφορετικά μέρη, οργανωμένες με βάση τα συναισθήματα που συνδέω με αυτά. Ένα από αυτά τα συναισθήματα είναι η επαναστατικότητα, ή κάτι κοντά σε αυτή.
Μετακινούμουν αρκετά ακόμα και πριν καταλήξω στην Κωνσταντινούπολη. Ποτέ δεν υπήρχε κάποια εποχή που να πίστευα ότι θα έμενα στην πόλη που μεγάλωσα για όλη μου τη ζωή, ούτε καν κοντά της. Το να γυρίσω πίσω είναι ακόμα εφικτό, αλλά όχι ιδιαίτερα ελκυστικό για μένα. Οι μικρές πόλεις δημιουργούν μία αίσθηση ασφυξίας, σαν να ασχολούνται όλοι με σένα. Αυτό που λατρεύω στις μεγαλουπόλεις είναι η ανωνυμία και η δυνατότητα να περπατάω στους δρόμους και να παραμένω άγνωστη. Η ανωνυμία φέρνει ελευθερία και, πάλι, μία αίσθηση επανάστασης.
Το αρχικό μου κίνητρο να φύγω από τις ΗΠΑ ήταν εκπαιδευτικό και οικονομικό. Το εμπόδιο του να είσαι καλλιτέχνης εκεί είναι τεράστιο. Χρειάζεσαι χρόνο, χρήματα και σταθερότητα. Ποτέ δεν ήμουν πραγματικά καλλιτέχνιδα στις ΗΠΑ. Έφυγα το 2016 και μετακόμισα στην Κωνσταντινούπολη το 2017. Η Κωνσταντινούπολη είναι το μέρος όπου πραγματικά έγινα καλλιτέχνιδα. Για μένα, πάντα ήταν το μέρος.
Καθώς μεγαλώνω, η δουλειά μου γίνεται πιο προσωπική. Επαναξιολογώ το τι σημαίνει να αποκαλώ την εαυτή μου γυναίκα και νιώθω λιγότερο δεμένη στην ταμπέλα σε σχέση με παλαιότερα. Στην Αμερική, ήμουν πολύ αφοσιωμένη στο φεμινισμό τη εποχής, αλλά αργότερα συνειδητοποίησα ότι ήταν κάπως άκαμπτος και βασισμένος σε κανόνες, συνδεδεμένος με κριτική και προδιαγεγραμμένες συμπεριφορές. Στην Τουρκία η εμπειρία μου άλλαξε. Αντί να ταυτίζω την εαυτή μου με τη θηλυκότητα, άρχισε να με ενδιαφέρει πιο πολύ η κατάρριψη του δυαδικού φύλου. Αυτή η διαδικασία ήταν πιο οργανική εδώ, ακόμα κι αν ο Τουρκικός φεμινισμός καθ’ αυτός δεν με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη. Δεν παρουσιάζομαι ως συμβατική γυναίκα και η διαφορά είναι πιο εμφανής στην Τουρκία απ’ ό,τι στις ΗΠΑ. Στην Κωνσταντινούπολη, τα άτομα βλέπουν, υποθέτουν και διαβάζουν το σώμα σου με τρόπο που σπάνια συμβαίνει στις ΗΠΑ. Πολλά άτομα υποθέτουν ότι είμαι λεσβία.
Ο σωλήνας παραμένει στο ράφι μου – ένα μικρό αντικείμενο που κουβαλά επίπεδα νοήματος: σύνορα, επανάσταση, ανωνυμία, κίνημα και μνήμη. Μου θυμίζει μία στιγμή όπου η περιέργεια ξεπέρασε τον φόβο και μέρη, τόσο φυσικά όσο και εννοιολογικά, που διαμορφώνουν το πώς κινούμαι στον κόσμο.
– Nora Byrne


